Λευκή σελίδα ξανά.

Κάθε φορά, που συναντώ μια λευκή σελίδα, νιώθω ότι έχω την υποχρέωση να την γεμίσω. Αυτό έκανα πάντα, διάβαζα, άκουγα, σκεφτόμουν και έγραφα, (ίσως πολλές φορές χωρίς το “σκεφτόμουν”) (δηλαδή τις περισσότερες). Ξέρεις, εκείνοι που γράφουν συνήθως έτσι το βλέπουν το όλο θέμα. Αυλαία και πάμε και περπατάμε, συνήθως σε μια ευθεία σκοτεινή, μοιραζόμαστε την σκηνή με τους δικούς πρωταγωνιστές και μαζί ανοίγουμε φτερά.

Έτσι λοιπόν κι εγώ, πάνω σε έναν κόκκινο καναπέ, το λάπτοπ στα πόδια και τα πόδια στο τραπεζάκι. Χαμηλό φωτισμό, να μην ξεφεύγουμε και πολύ από την εικόνα του διανοούμενο συγγραφέα. Και πάντα με μουσική. Συγκεκριμένα τώρα με Joni Mitchell. Έτσι σιγά σιγά η σελίδα γεμίζει, και όσο πιο πολύ γράφω τόσο πιο πολύ χαίρομαι. Μόνιμα όμως γράφω και μετά σβήνω, ψάχνω να βρω τις λέξεις να περιγράψω τα απερίγραπτα, ίσως όμως το γράψιμο όπως και η ποίηση, να παραμένει μια πόρτα ανοιχτή, που όλοι να έχουμε ένα κλειδί, να προσπαθούμε να ανοίξουμε αυτήν την πόρτα, που όμως είναι ανοιχτή.

Εγώ μένω στο παρασκήνιο, να βλέπω τους πρωταγωνιστές της δικής μου ζωής να δίνουν την παράστασή τους. Να κλέβω τις απόψεις τους, να γράφω για εκείνους, να ζω μέσα από αυτούς. Και έρχεται ξανά μια νέα σελίδα, ακόμα πιο κενή από την προηγούμενη, γιατί όταν μόνο παριστάνεις τον θεατή νιώθεις ότι τα έχεις πει όλα, η πόρτα ανοιχτή, κι εσύ δεν κάνεις το βήμα να μπεις. Κάτι φοβάσαι. Κάτι σε εμποδίζει, μα η πόρτα μένει ανοιχτή, και τώρα είναι η σειρά σου. Θα προχωρήσεις;