Στην πραγματικότητα δεν γνωριστήκαμε ποτέ, ούτε συναντηθήκαμε τυχαία στον δρόμο, ούτε στον μπακάλη, ούτε στην τράπεζα, οπουδήποτε τέλος πάντων. Το διαμέρισμα που καθόμουν τότε έβλεπε το δικό της. Δεν είχε κουρτίνες, είχε μόνο ένα παραβάν που χώριζε ένα κρεβάτι απ’ την υπόλοιπη κάμαρα. Εκείνη είχε λιγνή σιλουέτα, κοκκινωπά μαλλιά που τα τακτοποιούσε πάντα με χάρη και ανοιχτόχρωμα μάτια. Το διαμέρισμά της ήταν μικροσκοπικό και συνήθως ακατάστατο. Λόγω αυτής της ακαταστασίας την φανταζόμουν περιπετειώδης και ανασφαλής. Ίσως ήταν βινυλιομανής συλλέκτρια. Δίσκοι βινυλίου ήταν σκορπισμένοι στα πέντε σημεία του σπιτιού˙ στο πάτωμα, το κρεβάτι, το κομοδίνο, το τραπέζι, τον πάγκο.
Μερικές μέρες όταν ετοιμαζόμουν να βγω από το σπίτι, περίμενα να την δω να διαλέγει έναν από τους δίσκους που είχε στο πάτωμα και να την δω να χορεύει. Κι άλλες παρακολουθούσα τα ερωτοτροπήματα με κάποιον από τους αγαπητικούς της. Κι όταν τελειώνανε ότι είχανε να κάνουνε, εκείνη πουδραριζόταν, ντυνόταν, διάλεγε έναν δίσκο έκανε δυο τρεις πιρουέτες και εξαφανιζόταν.
Τρία χρόνια πέρασαν από τότε που μετακόμισα από εκείνη τη γειτονιά. Την αναγνώρισα τυχαία. Χάζευε έναν πίνακα στην βιτρίνα μιας γκαλερί στην Λε Μαραί. Αναπολώντας τις αναμνήσεις που μου χάρισε από το παράθυρο του δωματίου της, εκείνη συγχρωτίστηκε με το πλήθος και κατευθύνθηκε προς τον Σικουάνα. Την ακολούθησα.
Την πλησίασα μέχρι το σημείο που αναδιδόταν η μυρωδιά πικραμύγδαλου απ’ τα μαλλιά της. Ήμουν έτοιμος να της ψιθυρίσω στ’ αυτί : “Μοιάζεις με διακοπές”, και να μπερδευτώ με το πλήθος. Εκείνη, όμως, γύρισε αναπάντεχα. “Λοιπόν”, μου είπε φωναχτά, “θα μου πείτε γιατί με ακολουθείτε”; Κι εγώ είπα : “Μου θυμίζετε μια παλιά μου γειτόνισσα στην Πεζένας”.
Με μια ταραχή στο πρόσωπό της μου απάντησε : “Μάλλον δεν θυμάστε καλά την γειτόνισσά σας”. Κι έμεινα για δεύτερη φορά να την κοιτώ να συγχρωτίζεται μέσα στο πλήθος, ώσπου χάθηκε.