Tags » Austerlitz

Jean de Dieu Soult (1769 - 1851)

Originaire du Rouergue, Jean de Dieu Soult compte parmi les plus valeureux et les plus méritants maréchaux d’Empire. Il est avec Davout, Lannes, Masséna et Suchet, l’un des rares maréchaux capable de diriger la Grande Armée seul en l’absence de l’empereur Napoléon Ier. 400 more words

Portraits

Auserlitz to Dresden

Austerlitz to Dresden

“All is vanity, all falsehood, except that infinite sky. . . .  But even it does not exist, there is nothing but quiet and peace.” (War and Peace, p. 806 more words

Austerlitz

Auschwitz

by cheri block

Today, January 27, 2015, marks the 70th anniversary of the liberation of the Nazi Extermination Camp, Auschwitz.

Film makers, novelists, and historians have spent millions of hours, perhaps six million hours, trying to educate a distracted modern public on the atrocities that occurred in Poland and in other concentration camps during World War II. 162 more words

Life

NAPOLEON BONAPARTE: Cine este «Singurul împărat care are adepți nesupuși timpului și spațiului»?

 “Dacă Socrate ar intra în cameră, toţi ne-am ridica în picioare ca să-i dăm cinste, dar dacă ar intra Iisus Hristos, I-am cădea toţi la picioare.” 661 more words

Educatie

Austerlitz του W.G. Sebald

Μέσα από μια σειρά συναντήσεων που πραγματοποιούνται ανάμεσα στον αφηγητή και τον ήρωα του βιβλίου, τον Ζακ Άουστερλιτς, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, αποκαλύπτονται τα περιπετειώδη βήματα του δεύτερου κατά την αναζήτηση της πραγματικής του ταυτότητας. Ένας τόπος, ένα κτίριο, μια κίνηση ή μια μυρωδιά μπορούν να γίνουν το κλειδί που θα ξεκλειδώσει και θα σηκώσει το βαρύ θυρόφραγμα για να ξεχυθεί ορμητικός και σαρωτικός ο ποταμός της μνήμης και της ιστορίας που χρόνια ολόκληρα τιθασευόταν από ένα αυστηρό και ορθολογικό μπετονένιο φράγμα. Είναι η γεύση της μαντλέν που βουτηγμένη στο ζεστό τσάι του Προύστ (*) ζωντανεύει τα φαντάσματα, ξεκλειδώνοντας τα συρτάρια της μνήμης και ποτίζοντας το σπόρο της έμμονης και οδυνηρής αναζήτησης του παρελθόντος.

“Προφανώς δεν με βοηθούσε πολύ που είχα ανακαλύψει την πηγή της ενόχλησής μου, που μπορούσα πολύ καθαρά να δω τον εαυτό μου όλα αυτά τα περασμένα χρόνια, ένα παιδί που το είχαν ξεκόψει από τη μια μέρα στην άλλη από τη ζωή που ήξερε: η λογική δεν μπορούσε να παλέψει με το αίσθημα που πάντοτε το καταπίεζα και τώρα ξεσπούσε βίαια μέσα μου, ότι με είχαν διώξει και με είχαν ξεγράψει. Αυτός ο τρομακτικός φόβος με έπιανε την ώρα που εκτελούσα τις απλούστερες ενέργειες, καθώς έδενα τα κορδόνια μου, καθώς έπλενα τα φλιτζάνια του τσαγιού ή καθώς περίμενα το νερό να βράσει στο τσαγερό. Πολύ σύντομα ξεραινόταν η γλώσσα και ο ουρανίσκος μου, λες και ήμουν μέρες στην έρημο, πάσχιζα όλο και πιο έντονα να πάρω ανάσα, η καρδιά μου άρχιζε να φτερουγίζει και να χτυπάει μέχρι κάτω απ’ το λαιμό, κρύος ιδρώτας έλουζε ολόκληρο το κορμί μου, ακόμη και την ανάποδη του τρεμάμενου χεριού μου, και τα έβλεπα όλα μέσα από ένα πέπλο από λεπτές μαύρες γραμμές. Νόμιζα ότι θα φωνάξω, κι όμως τα χείλη μου δεν έβγαζαν άχνα, ήθελα να βγω στο δρόμο και έμενα κολλημένος στη θέση μου, μια φορά μάλιστα είδα στ’ αλήθεια τον εαυτό μου να εκρήγνυται έπειτα από μια μακριά και επώδυνη σύσπαση και τα κομμάτια του κορμιού μου να σκορπίζονται σ’ έναν τόπο ζοφερό και μακρινό.”

Ο Ζακ Άουστερλιτς ξεγυμνώνεται· πετάει από πάνω του τα εμπόδια και τους μηχανισμούς εξουδετέρωσης της μνήμης και φανερώνει αυτή του τη γύμνια στον αφηγητή του βιβλίου, καθιστώντας τον κοινωνό της ευθύνης να ακούσει και να διατηρήσει καταγράφοντας τις μνήμες αυτές. Με το ίδιο αίσθημα ευθύνης που ο Άουστερλιτς ερευνά σε όλη του τη ζωή την ιστορία της αρχιτεκτονικής,  προσπαθώντας να καταγράψει τις φωνές και τις ανάσες των εμβληματικών κτιρίων της Ευρώπης, αναζητά τώρα τα νήματα εκείνα που θα τον συνδέσουν με το δικό του άγνωστο παρελθόν. Ποτέ πριν την αφύπνισή του δεν πίστεψε στην ανάγκη μιας τέτοιας καταγραφής. Θεωρούσε τη γλώσσα σαν “απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει”. Γι’ αυτό έθαψε τις σημειώσεις των ερευνών του στον κήπο του σπιτιού του, ανυποψίαστος ακόμα για τα φαντάσματα και τις σκιές που θα τον ακολουθούσαν.

“…ούτε και τώρα δεν ξεδιαλύνει το σκοτάδι, μόνο πυκνώνει περισσότερο στη σκέψη πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πως ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πάνω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα -από τότε αυτό το σκέφτομαι πρώτη φορά τώρα, που γράφω- όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκράβατα τα στοιβαγμένα το ένα πάνω από το άλλο, γιατί το άχυρο που τα γέμιζε φαγώθηκε με τα χρόνια, κι αυτά λέπτυναν και κόντυναν, συρρικνώθηκαν λες κι ήταν τα λείψανα εκείνων, θυμάμαι τώρα ότι σκεφτόμουν τότε, που κάποτε ξάπλωναν εδώ, μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι. Και τώρα θυμάμαι ξανά ότι καθώς προχωρούσα όλο και πιο βαθιά μέσα στο τούνελ που σχηματίζει κατά κάποιον τρόπο τη ραχοκοκαλιά του φρουρίου, αντιστεκόμουν στο αίσθημα που γεννιόταν μέσα μου και που μέχρι σήμερα με διακατέχει συχνά σε φαύλους τόπους, ότι με κάθε βήμα μου ο αέρας που αναπνέω λιγοστεύει και το βάρος πάνω μου μεγαλώνει.”

Οι προσπάθειες του να ανακαλύψει την ταυτότητά του και να δώσει απάντηση σε αμέτρητα ερωτήματα που δε τόλμησαν ποτέ πριν να διατυπωθούν, τον φέρνουν αντιμέτωπο με τα καλοκουρδισμένα ανθρώπινα συστήματα, όπως αυτό του Γ’ Ράιχ, που μέσα από την πολυπλοκότητα της γραφειοκρατίας και την γιγαντιαία κλίμακά τους, φρόντισαν να κόψουν τα νήματα του παρελθόντος, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος και θάβοντας βαθιά στο χώμα όχι μόνο ανθρώπινα πτώματα αλλά και τις ιστορίες τους. Ανάλογα συστήματα με πολύπλοκους μηχανισμούς και τερατώδεις κλίμακες που ξεκόβουν τους ανθρώπους από τη μνήμη τους, θα εξακολουθήσει να συναντά στο σύγχρονο Παρίσι, επισκεπτόμενος την καινούρια Εθνική Βιβλιοθήκη, έργο ενός “φαραωνικού” προέδρου. Αυτός ο εραστής της μνημειώδους αρχιτεκτονικής, καθισμένος στα άβολα αναγνωστήρια αυτού του τεράστιου και διάφανου οικοδομήματος, θα παραλληλίσει τη σύγκρουση πάνω στα τζάμια και την πτώση των πουλιών που βίαια αποκόπηκαν από το φυσικό τους περιβάλλον, με τα δικά του αδιέξοδα και τις συγκρούσεις πάνω σε τυφλούς τοίχους. Όμως θα συνεχίσει να ψάχνει, παραδίδοντας τα κλειδιά του σπιτιού του στον αφηγητή. Σ’ αυτόν θα αφήσει και τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, θραύσματα της ζωής του, που μόνες τους όμως δεν μπορούν να πουν καμιά ιστορία γιατί είναι εικόνες που βρίσκονται έξω από το χρόνο. Αυτός, ο αφηγητής, θα πρέπει να τις συνδέσει με όσα άκουσε και όσα πιθανόν ακούσει στο μέλλον, δίνοντας με τον τρόπο αυτό φωνή και πρόσωπο στους άγνωστους εβραίους που είναι θαμμένοι στο μικρό νεκροταφείο που βρίσκεται στον πίσω κήπο. Έτσι ώστε όταν μια νυχτοπεταλούδα, απ’ αυτές που πετούν πάνω από τους τάφους, χαθεί και βρεθεί μέσα στο σπίτι, να μπορέσει να ακούσει τις φωνές αυτές που θα της δείξουν το δρόμο για να γυρίσει πίσω.

(*) Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (από τη μεριά του Σουάν)

Literature