Tags » Greek Literature

Συναισθηματική Εξουθένωση

Έτσι ονομάζουμε αυτά που μας κατατρώνε, αυτά που μας κουράζουνε. Περνάει ο καιρός, χάνονται αυτά που νιώσαμε τότε, χάνονται κι οι αναμνήσεις μας, σβήνουν στον ορίζοντα σαν το γλυκό ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα.

Τι είχαμε, τι χάσαμε.  Αυτό αναρωτιέμαι κάθε μέρα που περνάει κι ανασαίνει. Ζούσα γι’αυτά που είχα, γι’αυτά που έχασα, γι’αυτά που έχασες.  Τώρα, σ’ένα τραπεζάκι μιας καφετέριας θα πούμε άδεια λόγια να κλείσει η κουρασμένη αυλαία που είχε παραμείνει ανοιχτή ενάμιση χρόνο μόλις.  Δεν θ’αναπολύσουμε αυτά που ζήσαμε αγκαλιά πάνω από ένα ζεστό καφέ γιατί δεν είναι το ‘στυλ’ μας. Θα λειτουργήσουμε με λογική, όπως πάντα λειτουργούσες κι εσύ δηλαδή. Μπρος το κεφάλι, πίσω η καρδιά. Πώς είναι η κατάσταση τώρα; Άδεια. Γιατί να το τραβάμε κι άλλο; Ναι, δίκιο έχεις, δεν υπάρχει λόγος πια. Αλλάξαμε πολύ κι αυτό μας απομάκρυνε; Όχι, δεν νομίζω· απλά η σχέση ήταν μονομερής κυρίως στο τέλος… Θλίψη αυτό το τέλος. Τρεις μήνες τώρα θλίψη. Θλίψη στη βροχή, στο χιόνι, στο χαλάζι και στις λίγες μέρες του ήλιου. Θλίψη και στη χαρά. Ήρθε το τέλος της συναισθηματικής εξουθένωσης, όμως. Ήρθε η ώρα για έναν ακόμα γερασμένο φοίνικα να τυλιχτεί στις φλόγες, να γίνει στάχτη και να αναστηθεί μέσα από αυτή. Καιρός για ένα ακόμα λουλούδι λωτού να ανθίσει, να συμβολίσει την αναγέννηση.

Τι είχαμε, τι χάσαμε. Χάσαμε λόγια, υπομονή συναισθήματα… Σχεδόν όσα είχαμε τα χάσαμε, τι κρίμα!

Με τέτοιες σκέψεις θα επιστρέψω σπίτι λυπημένη, εσωτερικά μικροτραυματισμένη αλλά θα τυλιχτώ κι εγώ στι φλόγες για να σώσω τον εαυτό μου. Θα κλείσω την πόρτα τη δική σου και θα μπω σε έναν ακόμα σκοτεινό διάδρομο με την ελπίδα να βρω άλλη μια πόρτα που θα πλυμμηρίζει φως για να μου δώσει ζεστασιά. Δεν φοβάμαι το βραδινό σκοτάδι του διαδρόμου πια.

Καληνύχτα για τελευταία φορά.

“Να ‘χεις όνειρα από χρυσό”

Το Γαλάζιο Κασκόλ

Το φορούσε με τη ριγέ τη μπλούζα, επειδή της ταίριαζε. Και περπατούσε στον βρεγμένο πεζόδρομο  τις παγωμένες μέρες που φυσούσε άγρια ο αέρας και χόρευε το γαλάζιο κασκόλ. Περπατούσε και γυρνούσαν τα κεφάλια κι εκείνη ήξερε πως δεν ήταν για τα θαλασσιά της μάτια, αλλά για το γαλάζιο κασκόλ που στριφογύριζε στον ξέφρενο ρυθμό του αέρα.

Θάλασσα τα μάτια της, ουρανός το κασκόλ. Ήθελε κι εκείνη να έχει λίγο γαλάζιο στα μάτια της για να μην σκουραίνουν ποτέ, για να μην βλέπει κανείς τη φουρτούνα μέσα τους όταν θύμωνε ή στενοχωριόταν. Ήθελε κι εκείνη ξέγνοιαστα να χόρευε τον χορό της ζωής. Πολλά ήθελε. Γεννήθηκε όμως με αυτά τα μάτια και συνεχώς έψαχνε για το γλυκό γαλάζιο, για να της υπενθυμίζει την ξεγνοιασιά, για να της καταλαγιάζει τις φουρτούνες. Κάπως, λοιπόν, ανακάλυψε ένα καταγάλανο κασκόλ. Δεν ήταν κραυγαλέο γαλάζιο όμως· ήταν ένα γαλάζιο απαλό σαν τον γλυκό ανοιξιάτικο ουρανό.

Περπατούσε, όπως πάντα, σ’ένα σοκάκι κάποιας πολυσύχναστης πόλης. Ως συνήθως είχε αφεθεί να την παρασύρει ο ρυθμός της. Ανάσαινε τις φωνές των περαστικών, άκουγε τον πόνο της καρδιάς των νέων, έβλεπε δάκρυα πίσω από χαμόγελα και… λυπότανε τον κόσμο. Παντού σκούρα χρώματα μιας αδειανής υπερπληθούς πόλης. Παντού άγνωστα πρόσωπα που μπορεί να ήξερες κάποτε, σε μια άλλη ζωή. Ξεχείλιζε μιζέρια αυτή η πόλη κι εκείνη έψαχνε το γαλάζιο μέσα της για να τη φωτίσει, για να φωτίσει και την ίδια της τη ζωή.

Εμφανίστηκε το κασκόλ, στη βιτρίνα ενός μαγαζιού ταλαιπωρημένου απ’το χρόνο. Εμφανίστηκε, κι εκείνη έμεινε να το κοιτάζει, σα να μη το πίστευε, σα να μην πίστευε το άπλετο φως που εξέπεμπε το γαλάζιο ύφασμα. Άνοιξε την βαριά πόρτα του μαγαζιού και δεν κατάλαβε για πότε το πλήρωσε και για πότε το φόρεσε γύρω απ’τον λαιμό της. Βγαίνοντας απ’το μαγαζί συνειδητοποίησε πως φορούσε τη ριγέ τη μπλούζα και αποφάσισε πως ταίριαζε με το κασκόλ. Μα αυτό που την εξέπληξε ήταν ότι άλλαξε το χρώμα των ματιών της από τότε που το έβαλε.  Γέμισε φως κι ελπίδα για τον μουντό, σκουρόχρωμο κόσμο και για την ασημόγκριζη ζωή.

Deleuze's concept of assemblage in Greek Studies

I have been reading with special interest and profit very recent, published and unpublished, work by scholars in various disciplines who approach different sites, periods, and aspects of Greek culture by activating the major Deleuzian concept of… 970 more words

General Culture

Lusting for the Hero

Among the tropes or story-types shared between the Bible and pagan mythologies is the story of the lustful female who is refused by the hero. The earliest such account is in the Epic of Gilgamesh, tablet VI. 1,823 more words

Books

Αργοπορημένες Σκέψεις

Μαραμένα τριαντάφυλλα κρύβονται μέσα σε ασημοδεμένα χαρτόκουτα. Στριμόχνωνται αγκαλιάζονοτας ποιήματα φθινοπωρινά που κρύβουν ξεχασμένες θάλασσες από ζαφείρια· εκεί που τώρα πνίγονται ένα ζευγάρι από καταπράσινα σμαράγδια. Αραχνιάζουν οι γλυκές αναμνήσεις μέσα στο χαρτόκουτο. Χάσανε τη γεύση τους με τον καιρό, με την παγωμένη απόσταση.

Κάθεται το κουτί λυπημένα, νωχελικά, στο ράφι με τα τετράδια. Φαίνεται ξεχασμένο, έτσι όπως κρέμεται η παραμελημένη κόκκινη κορδέλα μέσα από το μισάνοιχτο καπάκι του. Κάθε φορά που περνάω από δίπλα του θυμίζω στον εαυτό μου να βάλει την κορδέλα πάλι μέσα, κι όλο το ξεχνάω. Το κοιτάω, με κοιτάει και ξέρω κι εγώ και αυτό πως δεν πρόκειται να το ανοίξω. Γιατί ξέρουμε και οι δύο – και εγώ και το κουτί δηλαδή – ότι θα αρχίσω να ρωτάω τον εαυτό μου τι πήγε λάθος και τι άλλαξε, ενώ γνωρίζω πολύ καλά την απάντηση. Δεν χρειάζομαι κοφτερές ερωτήσεις που πονούν όταν τις ακουμπάς. Θέλω απλά να γραπωθώ από ό,τι ζεστό και ασφαλές κατοικεί στην συννεφιασμένη ζωή μου. Γνωρίζω πως δεν θα βγει ο ήλιος άμα το ανοίξω το φτηνό χαρτόκουτο με τους ξεχασμένους συναισθηματικούς θυσαυρούς μιας ζωής που μοιάζει βγαλμένη από σινεμά. Ήταν η δική μου ζωή αυτή. Ήταν; Δεν είμαι σίγουρη. Δεν θέλω να το σκέφτομαι γιατί κόβει κι ό,τι κόβει, πονάει.

Δεν θέλω να γίνομαι μελοδραματική, αλλά ζω με τον συνεχή φόβο ότι η θύελλα που βρίσκεται στα έγκατα της ψυχής μου, θα ξεσπάσει· θύελλα από θυμό, βροχή και χιόνι από σύγχηση, παγωνιά από μέρες που με πλήγωσαν και δεν είπα λέξη. Συνταγή για καταστροφή είναι αυτή η θύελλα, γι’αυτό κάθε φορά που θέλει να ξεσπάσει και με τρων τα σωθικά μου, τη θάβω βαθύτερα στα άδυτα μιας καρδιάς παγωμένης.

Ξεχασμένα ασημόκουτα και θανατηφόρες αυτοκαταστροφικές θύελλες· κοφτερές ερωτήσεις και πλαστικοποιημένες αναμνήσεις. Τι κάνεις όταν δεν ξέρεις πώς να νιώσεις και στρέφεσαι σε μια άδεια σελίδα να σου πει;

Δεν μιλάνε οι σελίδες και το ξέρεις και το ξέρω. Εγώ τους έδωσα φωνή, ουρλιαχτό μάλλον. Δεν μπορώ καν να διώξω τον κόμπο που έχει κολλήσει στο λαιμό μου και δίνω φωνή σε μοναχικές σελίδες. Οξύμωρο, θα λεγα.

Παρεπιπτόντως, αναρωτιέμαι άμα θα ‘βγαζες νόημα αναλύοντας αυτόν τον συναισθηματικό εμετό. Αναρωτιέμαι άμα θα σε έκανε να “νιώσεις” κάτι. Άσε καλύτερα, δεν θέλω να ξέρω, δεν χρειάζομαι κι άλλες κοφτερές απαντήσεις.

Ας επιστρέψουμε όμως στο άγευστο, άοσμο, χάρτινο ασημοδεμένο κουτί. Κόβει και η όψη του τώρα και θέλω να το κρύψω, να μην μπορώ να το βλέπω, να μην πονάει, να μην χρειάζεται να λύνω τους γόρδιους δεσμούς που κολλάνε στο λαιμό μου όταν τυχαίνει να το κοιτάξω. Μα κι αν το κρύψω και το βρω ξαφνικά εκεί που κάθεται και το τρώει ο χρόνος; Δεν θέλω να ξέρω πώς θα νιώσω.

Τελοσπάντων, προς το παρόν λέω να το αφήσω εκεί που είναι. στο πάνω ράφι με τα τετράδια. Ίσως το κρύψω πίσω από καμιά ζωγραφιά να μην με τυφλώνει η ασημίλα του, να μην ανασαίνει απευθείας πάνω μου. Γιατί άμα δεν το ‘ξερες, ανασαίνουν τα αντικείμενα. Κυρίως αυτά που κουβαλούν αναμνήσεις και ζωές και ιστορίες για αγγέλους που πέφτουν στη γη για να ερωτευτούν άμυαλες μούσες. Θα ‘πρεπε να ξέραν καλύτερα οι μούσες· θα ‘πρεπε να γνωρίζουν πως οι άγγελοι έχουν πλευρές που κόβουν, κι άμα τους αγκαλιάσεις για πολύ και σφιχτά, ματώνεις· κόβουν τα εντυπωσιακά ασημιά φτερά τους.

Πέρα από τις γλυκανάλατες ιστορίες, το ‘κρυψα το κουτί. Δεν κοιταζόμαστε τώρα. Νοσταλγώ τη ματιά του πότε πότε, γι’αυτό τραβάω τη ζωγραφιά και ξανακοιταζόμαστε κι έτσι περνούν οι μέρες, κι έτσι ξαναγεμίζω μοναχικές σελίδες σαν κι αυτή με συναισθηματικά άπλυτα. Ίσως να πρέπει να τα καθαρίζω πότε πότε.

Plato's Dialogues in One Scene

*2015. Yup. This about sums him up.*

**Possible scenes from The Republic & The Symposium in the future**

One Scene Summaries

Zorba The Perfect Novel

One of literary history’s most under-appreciated work of art, written by a Greek nomad who couldn’t get farther away from Greece if he had emigrated to Saturn. 1,168 more words

Reviews

justinfenech reblogged this on The Champagne Epicurean and commented:

Feeling nostalgic... time to reread this most perfect of novels.